
Το μικρό διαμέρισμα του Θωμά στους Αμπελόκηπους αποτελούσε την κατοικία του αλλά και το ησυχαστήριό του ταυτόχρονα. Είχε μετακομίσει στο δυάρι του δεύτερου ορόφου λίγο καιρό αφότου άλλαξε εταιρεία, όχι τόσο για να μειώσει λίγο την απόσταση στα καθημερινά του πήγαινε-έλα, όσο γιατί είχε διαπιστώσει ότι μετά από τόσα χρόνια στην πολύβουη Κυψέλη, είχε πολύ ανάγκη μιας κάποιας ησυχίας, σαν αυτή που απολάμβανε όποτε επισκεπτόταν το Αγρίνιο, τον τόπο καταγωγής του.
Το γωνιακό δυαράκι, έμοιαζε ιδανικό: όχι πολύ μακριά από τον σταθμό του Μετρό, σε έναν ήσυχο δρόμο και, το πλέον βασικό, με ήσυχους γείτονες. Μια μεσόκοπη γειτόνισσα από τη μία μεριά του διαμερίσματος, η κυρία Μαρία κι ένα νεαρό ζευγάρι, για τα ονόματα των οποίων δεν ήταν απόλυτα βέβαιος, στη γκαρσονιέρα ακριβώς απέναντι. Κι αν καμιά φορά το ζευγαράκι έκανε λίγο θόρυβο παραπάνω, είτε επειδή τσακώνονταν είτε επειδή… φίλιωναν, η κυρία Μαρία δεν ακουγόταν σχεδόν ποτέ, παρά μόνο όταν έβαζε το κλειδί στην πόρτα της, ερχόμενη ή εξερχόμενη από το τριάρι.
Έτσι λοιπόν, με την ηρεμία που είχε συνηθίσει πλέον να απολαμβάνει στο νέο του σπίτι, τα δύο-τρία απανωτά «γκουπ» που ακούστηκαν μεσημεριάτικα ήχησαν σαν πραγματικοί γδούποι στα αυτιά του, θόρυβοι οι οποίοι ήρθαν εντελώς ξαφνικά και, κυρίως, παντελώς αδικαιολόγητα να διαταράξουν την σιέστα του.
Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι και αναρωτήθηκε αν όντως είχε ακούσει καλά ή απλά το είχε ονειρευτεί. Ο μεσημεριανός ύπνος αποτελούσε για εκείνον μια απόλαυση που λάμβανε πολύ σοβαρά υπόψη του.
Απόλυτη ησυχία.
Ανακουφισμένος, έκλεισε τα μάτια του ξανά και έγειρε προς το μαξιλάρι του.
Άξαφνα όμως, να’ σου άλλο ένα «γκουπ».
Αυτή τη φορά ήταν όχι μόνο βέβαιος για τον θόρυβο που είχε ακούσει, αλλά και για την προέλευσή του: το μπαλκόνι.
Μόνο την πηγή του θορύβου δεν μπορούσε να προσδιορίσει, αλλά σύντομα θα την ανακάλυπτε κι αυτή.
Φορώντας νωχελικά τις σαγιονάρες του, σηκώθηκε από το κρεβάτι και κατευθύνθηκε προς την μπαλκονόπορτα.
Παραμέρισε την κουρτίνα και κοίταξε έξω διερευνητικά, με μάτια ακόμη μισόκλειστα, αλλά δεν μπόρεσε να εντοπίσει κάτι.
Στη συνέχεια, άνοιξε την γυάλινη μπαλκονόπορτα και βγήκε έξω, κοιτάζοντας γύρω του.
Και τότε, την είδε: μια χελώνα!
Μια καφετί χελώνα, μεσαίου μεγέθους, που φαινόταν ότι έχει εγκλωβιστεί μεταξύ των μεταλλικών ποδιών του τραπεζιού και των δύο καρεκλών που βρισκόταν στο μπαλκόνι και πολλές φορές χρησιμοποιούσε ο Θωμάς για τους απογευματινούς του καφέδες ή τις βραδινές του μπύρες.
«Ε, άει στο καλό», είπε στον εαυτό του, αφού αδυνατούσε να καταλάβει πώς μια χελώνα βρέθηκε στο μπαλκόνι του, στον δεύτερο όροφο μιας πολυκατοικίας των Αμπελοκήπων, στην Αθήνα.
Η χελώνα έδειχνε να αδιαφορεί για τις απορίες του Θωμά, σαν να μην την έμελλε διόλου να παρέχει μια κάποια σαφή εξήγηση στο αναπάντητο ερώτημα της προέλευσής της. Μονάχα, συνέχισε να σκουντά από πόδι τραπεζιού σε πόδι καρέκλας και ξανά από την αρχή, στην προσπάθειά της να απεγκλωβιστεί από την παγίδα στην οποία, άθελά της προφανώς, είχε εμπλακεί.
Ο Θωμάς δεν ήταν κανένας άκαρδος άνθρωπος και μπορεί να μην είχε ποτέ στην ζωή του κάποιο κατοικίδιο ζώο, αλλά ένιωσε λύπηση για το καημένο το ζωντανό.
Σήκωσε το βλέμμα του και, κοιτάζοντας προς το απέναντι παρκάκι, ένα πλάνο άρχισε να σχηματίζεται στο μυαλό του.
Ως σωστός εργένης, απέφευγε το μαγείρεμα και συχνά κατέφευγε σε παραγγελία φαγητού απ’ έξω. Ήξερε ότι κάπου στην κουζίνα βρισκόταν ακόμη τα κουτιά από τις χθεσινές πίτσες. Βασικά, πολλά κουτιά από πολλές παλιότερες παραγγελίες.
Ένα από όλα, του αρκούσε.
Πήγε λοιπόν και έφερε μια χάρτινη συσκευασία, την οποία στη συνέχεια ακούμπησε ανοικτή στο πάτωμα του μπαλκονιού.
Έσκυψε κάτω από το τραπέζι κι έπιασε με προσοχή την χελώνα, η οποία δεν φάνηκε να ανησυχεί για την ξαφνική ανθρώπινη επαφή.
Την τοποθέτησε με προσοχή και έκλεισε πρόχειρα από πάνω το καπάκι του χάρτινου κουτιού, αφήνοντας στον απρόσκλητο μουσαφίρη ένα άνοιγμα για να αναπνέει.
«Θα την επιστρέψω στη φύση», σκέφθηκε, ενώ παράλληλα θυμήθηκε τότε που είχε κάνει δωρεά στην Green Peace πέντε ευρώ, όταν τον είχαν σταματήσει στο Σύνταγμα κάτι χαμογελαστές κοπέλες που έκαναν έρανο για τους σκοπούς της οργάνωσης.
Πράγματι, η όλη επιχείρηση «Free the Turtle» δεν πρέπει να διήρκεσε περισσότερο από πέντε-δέκα λεπτά.
Τόσος χρόνος απαιτήθηκε να ασφαλίσει την χελώνα στο κουτί, να καλέσει το ασανσέρ, να κατέβει στο ισόγειο και να διασχίσει τον δρόμο.
Φτάνοντας στο παρκάκι, πήγε κοντά σε έναν θάμνο και με προσοχή άφησε την χελώνα κάτω.
Διστακτικά, αποχώρησε από το κουτί και χώθηκε αργά-αργά κάτω από την φυλλωσιά του θάμνου.
Ο Θωμάς, αν και είχε χάσει τον μεσημεριανό του ύπνο, ένιωθε πραγματικά υπερήφανος με τον εαυτό του, ένας πραγματικός υπερασπιστής της φύσης και της άγριας ζωής!
Επέστρεψε στο διαμέρισμά του χαμογελαστός και με βαθιά ικανοποίηση μέσα του.
Δεν πρέπει να περάσαν περισσότερες από δύο ή τρεις ημέρες από το περιστατικό και ο Θωμάς είχε σχεδόν ξεχάσει την πράξη του εκείνη που τόση υπερηφάνεια του είχε χαρίσει εκείνο το μεσημέρι.
Είχε μόλις σουρουπώσει και, αφού είχε απολαύσει ανενόχλητος τον μεσημεριανό του ύπνο, καθόταν στο τραπεζάκι του μπαλκονιού, έχοντας δίπλα του ένα κουτάκι μπύρας.
Ήταν βράδυ Παρασκευής και λογάριαζε να έχει μια ήσυχη και ξεκούραστη βραδιά και το Σάββατο να κανονίσει καμιά έξοδο με τους φίλους του κάπου κοντά.
Ο Θωμάς δεν ήταν άνθρωπος των εντάσεων και της φασαρίας και πάντα προσπαθούσε να απολαμβάνει τις μικρές και ήσυχες στιγμές της ημέρας.
Εκεί όμως που ετοιμαζόταν να κατεβάσει άλλη μια γουλιά κρύας μπύρας άκουσε για άλλη μια φορά το γνώριμο πλέον «γκουπ».
«Ε όχι!», αναφώνησε, ενώ η μπύρα παραλίγο να του βγει από τη μύτη.
Κοιτάζει κάτω και τι να δει; Λίγα μόλις εκατοστά από το πόδι του, κάτω από το τραπέζι, βρισκόταν μια χελώνα!
Γούρλωσε τα μάτια του.
«Μα τι στο καλό, περιστέρια είναι αυτές οι χελώνες»;, είπε εκφράζοντας φωναχτά την έκπληξή του.
Αυτή τη φορά ωστόσο, ένιωθε καλύτερα προετοιμασμένος για να αντιμετωπίσει την νέα κρίση που ξέσπασε στο δυαράκι των Αμπελοκήπων.
Πήγε στην κουζίνα και έβαλε νερό σε ένα πλαστικό πιατάκι μιας χρήσεως, το οποίο έφερε και τοποθέτησε μπροστά στην χελώνα που εκείνη την ώρα βίωνε το σισύφειο μαρτύριο να μην μπορεί να ξεγραδώσει* κάτω από το τραπέζι.
Το πλαστικό πιάτο με το νερό άφησε τη χελώνα μας παγερά αδιάφορη, καθώς συνέχιζε να αναζητά ασφαλές πέρασμα πέρα από το δάσος των μεταλλικών ποδιών που ορθώνονταν τριγύρω της.
Αν και απογοητεύτηκε λίγο από την περιφρόνηση της χελώνας προς το νερό που ευγενικά της προσέφερε, ο Θωμάς, ήξερε ακριβώς τι έπρεπε να κάνει:
Να απελευθερώσει και αυτή τη χελώνα στη Φύση!
Μιας και δεν είχε εύκαιρο κάποιο από τα κουτία πίτσας, τελευταία ικανοποιούσε τη βραδινή του πείνα με σουβλάκια, ενώ είχε κάνει μια γρήγορη φασίνα τις προάλλες, επέλεξε μια παλιά του μπλούζα για πρόχειρο φορείο και έπιασε την χελώνα με προσοχή, για να ακολουθήσει η γνώριμη διαδικασία.
Λίγα λεπτά της ώρας αργότερα, η χελώνα είχε βρεθεί από το μπαλκόνι του δεύτερου ορόφου στο απέναντι παρκάκι.
Όπως και η συνάδελφός της, λίγες μέρες νωρίτερα, έσπευσε, όσο αυτό ήταν εφικτό βέβαια, να κρυφτεί κάτω από τον χαμηλό θάμνο.
Λίγο περισσότερο απορημένος για την ξαφνική προτίμηση που έδειχναν οι χελώνες στο μπαλκόνι του, αλλά σίγουρα πολύ περισσότερο υπερήφανος που για άλλη μια φορά είχε πράξει το σωστό, ο Θωμάς επέστρεψε στο σπίτι του για να απολαύσει ξέγνοιαστος την μπύρα που είχε αφήσει στη μέση.
Το πρωινό του Σαββάτου, αποτελούσε απαρέγκλιτα χρόνο ποιοτικού χουζουρέματος για εκείνον.
Όχι όμως αυτού του Σαββάτου, δεν θα του γινόταν το χατίρι.
Το «ντριν» του κουδουνιού της πόρτας τον έκανε σχεδόν να εκτιναχθεί από το κρεβάτι, και η ώρα δεν ήταν καν ακόμη 10:00!
Το δεύτερο κουδούνισμα του έδωσε να καταλάβει ότι όποιος ήταν απ’ έξω, επέμενε και θα έπρεπε επομένως να λάβει γρήγορα την δύσκολη απόφαση να σηκωθεί και να περπατήσει μέχρι την πόρτα.
Φορώντας ένα σορτσάκι και μια φανέλα, άνοιξε την εξώπορτα, αντικρίζοντας την γειτόνισσα, την κυρία Μαρία.
«Καλημέρα Θωμά…», του είπε διστακτικά, με εκείνον να ανταποδίδει την καλημέρα προσπαθώντας μάταια να συγκρατήσει ένα χασμουρητό.
«Βρε Θωμά, να, ξέρεις, έχω χάσει τις χελώνες μου… Τις είχα στο μπαλκόνι αλλά μία-μία εξαφανίστηκαν εδώ και λίγες μέρες, και δεν έχω ιδέα που μπορεί να έχουν πάει… Μη τυχόν πέρασαν το διαχωριστικό και ήρθαν στο δικό σου;», συνέχισε εκείνη.
Ο Θωμάς γούρλωσε για άλλη μια φορά τα μάτια του, μέσα σε λίγες ώρες.
Ξαφνικά ένιωσε πολύ ξύπνιος (αλλά όχι και ιδιαίτερα έξυπνος).
«Δικές σας ήταν οι χελ… δηλαδή… είχατε χελώνες κυρά-Μαρία; Ιδέα δεν είχα! Όχι, δεν έχω δει κάτι, παίζει να έφυγαν για κάπου αλλού;», απάντησε προσποιούμενος τον ανίδεο.
*Γραδώνω: μπλέκω, σκαλώνω. Αγρινιώτες όπως ο πρωταγωνιστής της ιστορίας μας, το χρησιμοποιούν συχνά. Πχ «Άστα, γράδωσα στη δουλειά και δεν σας πρόλαβα στο καφενείο».
*Μέρος της ιστορίας έχει συμβεί πραγματικά. Τα ονόματα έχουν αλλαχθεί. Οι χελώνες αγνοούνται ακόμη.
#κωστολόγιο #ιστορίες_μερικών_σελίδων
